Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Πρόταση Τροποποίησης Νόμου για Αγ. Παρασκευή


 




     
ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΔΗΜΟΣ  ΒΟΛΟΥ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΑΡΧΟΥ


 
  

    Βόλος,    27/8/2012
    Αρ. Πρωτ. 93969/ΓΠ22221


Θέμα : Αναλυτικό Ιστορικό υπόθεσης εφαρμογής της Πράξης Εφαρμογής (Π.Ε) στην Αγ. Παρασκευή – Πρόταση Τροποποίησης Νόμου
Προς: 
  1. Υπουργό ΥΠΕΚΑ κ. Ευ.Λιβιεράτο
  2. Αναπληρωτή Υπουργό ΥΠΕΚΑ κ  Στ. Καλαφάτη
  3. Βουλευτές Ν. Μαγνησίας

 
 





          

    
Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1.     Ο οικισμός της Αγ. Παρασκευής, είναι παραδοσιακός, προϋφιστάμενος του 1923, σύμφωνα με το από 11-6-1980 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ.374/δ/1980)[1].
     Ο οικισμός Αγ. Παρασκευή περιλαμβάνεται στο πολεοδομικό συγκρότημα Βόλου – Ν. Ιωνίας και λοιπών οικισμών, για το σύνολο δε του Πολεοδομικού Συγκροτήματος εγκρίθηκε το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) με την υπ’ αρ. 52368/2143/23.7.1985 Απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί. Ο συγκεκριμένος οικισμός εντάχθηκε σε σχέδιο πόλεως με το από 22.12.1998 Π.Δ. (ΦΕΚ 109 Δ’/99) βάσει των διατάξεων του Ν. 1337/1983.
     Το ρυμοτομικό σχέδιο πόλης, της πολεοδομικής ενότητας της Αγ. Παρασκευής, του Δήμου Βόλου, εγκρίθηκε με το ΠΔ της 18.2.1999 «Έγκριση πολεοδομικής μελέτης του οικισμού Αγ. Παρασκευής του Δήμου Βόλου» (ΦΕΚ.109/δ/18-2-1999.)[2]
     Τον Φεβρουάριο του 1999, προκηρύχθηκε η μελέτη της Πράξης Εφαρμογής. Τον Ιανουάριο του 2000 συγκροτήθηκε η Επιτροπή για την επιλογή αναδόχου. Τον Ιούνιο του 2000 επιλέχθηκε η σύμπραξη δυο μελετητικών σχημάτων για την εκπόνηση της μελέτης.  Μετά από σειρά ενστάσεων και προσφυγών, στο Διοικητικό Εφετείο και το Συμβούλιο Επικρατείας, υπογράφηκε τελικώς η από 20.12.2000 σύμβαση μεταξύ του Δήμου Βόλου και σύμπραξης των μελετητικών γραφείων Γιάννη Ταμία και Νικολάου Κουβάτα. 
     Ήδη με την 3551/781/10.2.1998 Υ.Α. ΥΠΕΧΩΔΕ καθορίσθηκαν τα πυκνοδομημένα τμήματα του οικισμού. Με το Π.Δ. της 18.5.2006 (ΦΕΚ.423/δ/18-5-2006) «τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού Αγ. Παρασκευής Δήμου Βόλου και επιβολή προκηπίου» εγκρίθηκαν οι τροποποιήσεις του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, που προβλέπονται στη διαδικασία της πράξης εφαρμογής[3].
     Το συνολικό πρόβλημα της υπόθεσης ξεκινάει από την ως άνω Πολεοδομική Μελέτη, αφού η εφαρμογή της παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα στη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία έχει συγκεκριμένα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως επίσης, και από την παράλειψη συγκεκριμένων ενεργειών ήδη από το 1999, που θα μπορούσαν να επιλύσουν τα ανακύψαντα προβλήματα εν τη γενέσει τους.

2.            Παράδοση Μελέτης Πράξης Εφαρμογής
Τον Απρίλιο του 2009, παραδόθηκε στον Δήμο Βόλου η μελέτη της πράξης εφαρμογής, και αναρτήθηκε για την υποβολή ενστάσεων, από τους ενδιαφερόμενους. Υποβλήθηκαν συνολικά 214 ενστάσεις, από τις οποίες το μεγαλύτερο ποσοστό (περίπου 80%) καταφερόταν κατά του νόμου 1337/83 και της συνταγματικότητας του, ενώ οι υπόλοιπες κατά του καθεστώτος εισφορών σε γη και χρήμα και άλλων πιο εστιασμένων θεμάτων. Πέραν από την αντίδραση στο καθεστώς της εισφοράς σε γη και χρήμα, προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι καταστρέφεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του οικισμού και ότι σχεδιάζονται πολύ μεγάλοι δρόμοι και κοινόχρηστοι χώροι, τους οποίους δεν χρειάζεται η περιοχή.
     Ειδικότερα σύμφωνα με την υπ’ αρ. 3695/10.7.2009 Εισήγηση του πρώην Αντιδημάρχου Πολεοδομίας κ. Δανηλόπουλου :
«Το 80% περίπου αφορούν και έχουν σχέση με την αμφισβήτηση του Ν. 1337/1983 και της συνταγματικότητας του.
·         Με την άρνηση της αποδοχής του καθεστώτος σε εισφορά σε γη και χρήμα
·         Με τον ισχυρισμό ότι καταστρέφεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του οικισμού
·         Με τον ισχυρισμό ότι σχεδιάζονται πολύ μεγάλοι δρόμοι και κοινόχρηστοι χώροι τους οποίους δεν χρειάζεται η περιοχή.
·         Διάφορες παραλλαγές των ανωτέρω επιχειρημάτων που ζητούν να μην εφαρμοστεί η εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη.
·         Υπάρχουν προτάσεις μεμονωμένων τροποποιήσεων του σχεδίου πόλης. Αρκετοί ιδιοκτήτες της περιοχής «Βενετιώτικα» και «Νεκροταφείο» που έχουν μείνει εκτός σχεδίου ζητούν την ένταξη τους στο σχέδιο πόλης
Το 20% των ενστάσεων αφορούν κυρίως την Π.Ε. και θέτουν ζητήματα
·         Διαφορετικής τακτοποίησης
·         Αιτήματα μετατροπής εισφοράς γης σε χρήμα
·        Αιτήματα να δοθεί χρήμα αντί του νέου οικοπέδου.»
Ακολούθησε κινητοποίηση των κατοίκων της συνοικίας, καθώς και της Συντονιστικής Επιτροπής οι οποίοι ζητούσαν να μην εφαρμοστεί η ανωτέρω πολεοδομική μελέτη. Σύμφωνα με την εισήγηση του Αντιδημάρχου Πολεοδομίας κ. Δανηλόπουλου «σημεία των τοποθετήσεων και αναλύσεων των κατοίκων και των εκπροσώπων τους συγκεντρώνονται παρακάτω :
·         Άρνηση Αποδοχής της πολεοδομικής μελέτης και της Πράξης Εφαρμογής λόγω των εισφορών σε γη και χρήμα
·         Προτάσεις για την τροποποίηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου και επαναφορά της Αγ. Παρασκευής στην προ της πολεοδομικής μελέτης κατάσταση ή σε κατάσταση ηπιότερων εισφορών που λαμβάνει υπόψη τον παραδοσιακό χαρακτήρα της Συνοικίας.
·        Το θέμα να συζητηθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο»

3.          Απόφαση 347/2009 Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Βόλου
      Το Δημοτικό Συμβούλιο Βόλου,  παρουσία πλήθους κατοίκων της συνοικίας, με την υπ’ αριθ. 347/2009 ομόφωνη απόφαση του «κάνει δεκτή την πρόταση του Δημάρχου να μην προχωρήσει ο Δήμος Βόλου στην διαδικασία κύρωσης της πράξης εφαρμογής στη «Συνοικία Αγίας Παρασκευής Βόλου» και να κινηθεί προς την κατεύθυνση Νομοθετικής ρύθμισης με απαίτηση να εξαλειφθούν οι κοινωνικές αδικίες εισφοράς σε γη και χρήμα».
           
4.     Ερωτήσεις – Αναφορές Βουλευτών – Απάντηση Υφυπουργού 
     Εκτός της απόφασης του Δημοτικού Συμβούλιο το ζήτημα απασχόλησε και τη Βουλή, μετά από σχετικές ερωτήσεις και αναφορές βουλευτών του Νομού μας. Συγκεκριμένα σε απάντηση των :
     α) της υπ’ αρ. 2083/31.8.2010 ερώτησης του Βουλευτή κ. Α. Νάκου
     β) της υπ’ αρ. 2182/1.9.2010 ερώτησης του Βουλευτή κ. Π. Μαρκάκη
     γ) της υπ’ αρ. 678/7.9.2010 αναφοράς της Βουλευτή κ. Ρ. Ζήση
     δ) της υπ’ αρ. 711/9.9.2010 αναφοράς των Βουλευτών κ.κ. Νάνου και Σκυλλάκου
ο αρμόδιος υφυπουργός με το υπ’ αρ. 2722 Β/22.9.2010 έγγραφο του προς τη Βουλή των Ελλήνων αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής :
     «το καθεστώς των υποχρεώσεων των ιδιοκτησιών που εφαρμόζεται μετά την ένταξη τους στο σχέδιο, προκύπτει από την αντίστοιχη διοικητική πράξη της ένταξης. Η Πράξη Εφαρμογής του αρ. 12 του ν. 1337/1983, υποχρεούται να εφαρμόζει την εκάστοτε εγκεκριμένη μελέτη, επομένως δεν είναι νόμιμο να υπολογίζονται οι υποχρεώσεις των ιδιοκτησιών που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, κατά τρόπο διάφορο από αυτόν που προκύπτει από το λεκτικό της σχετικής διοικητικής πράξης ένταξης. Για την συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με το από 22.12.98 Π.Δ (ΦΕΚ 109 Δ’ /99) η περιοχή του οικισμού της Αγ. Παρασκευής – Δήμου Βόλου εντάχθηκε στο σχέδιο με τις διατάξεις του Ν. 1337/1983, δηλαδή με εισφορές σε γη και χρήμα του αρ. 8 του ν. 1337/1983. Των υποχρεώσεων αυτών εξαιρούνται οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο πυκνοδομημένο τμήμα του οικισιμού προ του 1923, όπως αυτό καθορίστηκε με την 3551/781/98 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ.
Επομένως οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις του αρ. 2 του παραπάνω Δ/τος είναι οι εξής : α) στο πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού προ του ’23: Δεν λαμβάνονται εισφορές σε γη και χρήμα (αρ. 1 του ν. 1337/1983). β) Πυκνοδομημένο τμήμα αυθαιρέτων : Εισφορές σε γη (σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του αρ. 8 του Ν. 1337/1983) και εισφορά σε χρήμα γ) Αραιοδομημένο Τμήμα : (εντός ορίων και εκτός ορίων οικισμού) : Λαμβάνονται εισφορές σε γη και χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του αρ. 8 του Ν. 1337/1983.
Σύμφωνα με την άποψη της Δ/σης Πολεοδομικού Σχεδιασμού / ΥΠΕΚΑ δεν κρίνεται σκόπιμο να εξαιρεθούν της υποχρέωσης εισφοράς σε γη και χρήμα οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο αραιοδομημένο τμήμα του παραδοσιακού οικισμού, προκειμένου να είναι εφικτή η δημιουργία πλέγματος οδών και γενικά Κοινοχρήστων χώρων για την οργάνωση του οικισμού»
    
5.    Παρεμβάσεις στο ΥΠΕΚΑ – Εξαίρεση Πυκνοδομημένων   
     Κατόπιν ερωτημάτων του Δημάρχου Βόλου[4], το Υ.ΠΕ.Κ.Α., απέστειλε αρχικά το υπ’ αρ.  ΔΤΕ/β/οικ/29800/639/6.7.2010 έγγραφο και το οποίο ανέφερε συγκεκριμένα :
«Σύμφωνα με το από 22.12.98 Π.Δ/γμα η περιοχή του οικισμού της Αγ. Παρασκευής δήμου Βόλο εντάχθηκε σε σχέδιο με τις διατάξεις του Ν. 1337/1983, δηλαδή με εισφορές σε γή και χρήμα. Των υποχρεώσεων αυτών (εισφορές σε γη και χρήμα) εξαιρούνται οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού προ του 1923, όπως αυτό καθορίστηκε με την 3551/781/98 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, δεδομένου ότι το τμήμα αυτό (πυκνοδομημένο) έχει εξαιρεθεί από τις διατάξεις του Ν.1337/83. Επομένως το θέμα της μείωσης των εισφορών που σας απασχολεί περιορίζεται μόνον στο αραιοδομημένο τμήμα που βρίσκεται είτε εντός είτε εκτός του ορίου του οικισμού προ του 1923.»

Περαιτέρω, με το υπ’ αρ.  31269/26-8-2010 έγγραφό του το Τμήμα Παραδοσιακών Οικισμών του ΥΠΕΚΑ επαναλαμβάνει τα ανωτέρω: «Όσον αφορά το θέμα του καθεστώτος ένταξης της περιοχής των παραδοσιακών οικισμών σε σχέδιο πόλεων επισημαίνουμε ότι οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού εξαιρούνται των υποχρεώσεων εισφορών σε γη και χρήμα, και δεν κρίνεται σκόπιμο να εξαιρεθούν οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο αραιοδομημένο τμήμα του οικισμού, προκειμένου να είναι εφικτή η δημιουργία πλέγματος οδών και γενικά Κ.Χ. για την οργάνωση του οικισμού»

     Έτσι σύμφωνα και τις αναφερόμενες στην παρ. 1 διοικητικές πράξεις διαμορφώνεται το εξής πλαίσιο :
            α) στα πυκνοδομημένα τμήματα του οικισμού προ του 1923 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν υποχρεώσεις για εισφορές σε γη και χρήμα
            β) στο αραιοδομημένο τμήμα του οικισμού εφαρμόζονται εισφορές σε γη και χρήμα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του αρ. 8 του ν. 1337/1983
     
6.           Τροποποίηση Σύνταξης Μελέτης Π.Ε.
     Μετά τις παραπάνω γνωμοδοτήσεις του ΥΠΕΚΑ, με το υπ’ αριθ. Π.5005/14-10-2010 έγγραφο, η Δ/ση Πολεοδομίας του Δήμου Βόλου κάλεσε[5] τους μελετητές της πράξης εφαρμογής, να προχωρήσουν τη διαδικασία σύνταξης της μελέτης, τροποποιώντας την, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα παραπάνω σχετικά με το καθεστώς των εισφορών, καθώς ένα μεγάλο μέρος ιδιοκτησιών απαλλάχθηκε από την υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα.

7.           Προβλήματα από τη μη Κύρωση της Π.Ε.
 Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 106/86 εγκύκλιο ΥΠΕΧΩΔΕ, πριν την κύρωση της πράξης εφαρμογής, χορηγούνται οικοδομικές άδειες μόνο στο πυκνοδομημένο τμήμα της πολεοδομικής ενότητας, και μόνο όπου δεν υπάρχουν προβλήματα με ρυμοτόμηση, προσκύρωση, κ.α. Τα παράπονα μηχανικών και ιδιωτών στην Δ/ση Πολεοδομίας, οι οποίοι επιθυμούν να εκδώσουν οικοδομικές άδεις στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, είναι σημαντικά.

8.     Ποινική Διερεύνηση Υπόθεσης από Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου
     Χαρακτηριστικό των αντιδράσεων των κατοίκων που επιθυμούν τη συνέχιση της διαδικασίας της Π.Ε. είναι ότι κάποιος από αυτούς υπέβαλε στις 1.4.2010 έγγραφη καταγγελία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, προκειμένου να διερευνηθεί ποινικά το θέμα της άρνησης του δημοτικού συμβουλίου να προχωρήσει στην κύρωση της Π.Ε. Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου διέταξε Προκαταρκτική Εξέταση για τη διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης.
    
     Στο πλαίσιο της Προκαταρκτικής Εξέτασης το ΥΠΕΚΑ, μέσω της Δ/σης Τοπ. Εφαρμογών, με το υπ’ αρ. 35913/770/25.8.2011 έγγραφό της  αναφέρει σχετικά : «η θέση που διατυπώνεται με σαφήνεια στα παραπάνω έγγραφα[6] είναι ότι οι υποχρεώσεις των ιδιοκτησιών κατά την ένταξη τους στο σχέδιο, προκύπτουν από το καθεστώς ένταξής τους και όχι από την Πράξη Εφαρμογής (Π.Ε.), η οποία υπολογίζει τις υποχρεώσεις αυτές βασιζόμενη στο Π.Δ. ένταξης της συγκεκριμένης περιοχής και στη σχετική νομοθεσία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Π.Ε. ανέδειξε μεν το πρόβλημα, η διαφωνία όμως των κατοίκων και του Δήμου για τις υποχρεώσεις των ιδιοκτησιών στρέφεται στην ουσία κατά της Πολεοδομικής Μελέτης από την οποία προέκυψαν, γι αυτό και τα σχετικά έγγραφα κοινοποιήθηκαν στη Δ/ση Πολ/κου Σχεδιασμού του ΥΠΕΚΑ, αρμόδια για την έγκριση των πολ/κων μελετών των παραδοσιακών οικισμών. Στο ΔΤΕ/β/29800/639/6.7.2010 έγγραφο εκφράστηκε η αντίθεση μας για τους λόγους που προκάλεσαν την αναστολή κύρωσης της Π.Ε
    
9.    Συνέχιση Αντιδράσεων – Νέα Παρέμβαση Δήμου Βόλου στο ΥΠΕΚΑ
     Σε συνέχεια όμως της παραπάνω υπ’ αρ. 347/2009 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, συνεχίστηκαν οι αντιδράσεις[7] των κατοίκων της περιοχής, για τον λόγο ότι το όριο των πυκνοδομημένων, δεν συμπίπτει με το όριο οικισμού (προ του 1923), αλλά είναι κατά πολύ μικρότερο. Συνεπώς, με την παραπάνω ρύθμιση, παραμένει ένα ποσοστό μικροϊδιοκτητών, που ήταν μέσα στα όρια οικισμού, αλλά με την πολεοδομική μελέτη βρίσκονται σε αραιοδομημένη περιοχή, με υποχρεώσεις εισφορών και με ένα δικαιολογημένο αίσθημα αδικίας απέναντι σε άλλους κατοίκους της περιοχής.
     Σημειώνουμε ότι η συνοικία της Αγ. Παρασκευής, στο Βόλο, είναι δομημένη με έναν τρόπο που έχει παραμείνει εξαιρετικά ήπιος, χαρακτηρίζεται από μονοκατοικίες (Σ.Δ.0,80), με παλαιότατες λιθόκτιστες πεζούλες, με κήπους, με παλιούς αρδευτικούς αύλακες και αποτελεί περίπτωση ενεργούς επιβίωσης, ενός πιο ανθρώπινου τρόπου ζωής, συνυφασμένου με την διατήρηση της παράδοσης και της προστασίας του περιβάλλοντος.
Κατόπιν αυτών, ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος Πολεοδομίας Δήμου Βόλου απέστειλε στο ΥΠΕΚΑ, στη Γενική Δ/ση Πολεοδομίας, το υπ’ αρ. 3290/3.6.2011 έγγραφο με το οποίο ζητούσε «με κάθε νόμιμο τρόπο, την τροποποίηση της υπ’ αριθ.3551/781/10-2-1998 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων, που χαρακτηρίζει τα τμήματα των πυκνοδομημένων, της παραπάνω πολεοδομικής μελέτης και την προσαρμογή της, με το όριο του οικισμού, του προϋφιστάμενου του 1923 , ώστε να εξαλειφθεί η παραπάνω αδικία της επιβολής εισφοράς σε κατοίκους του οικισμού»
    
10.  Απάντηση ΥΠΕΚΑ
     Το ΥΠΕΚΑ, σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου του Αντιδημάρχου Πολεοδομίας, απέστειλε το υπ’ αρ. 25643/19.7.2011 έγγραφο του, στο οποίο αφού μνημονεύει τις αναφερόμενες στην παρ. 1 εγκριτικές διοικητικές πράξεις καταλήγει «η αρμόδια Δ/ση Τοπογραφικών Εφαρμογών έχει ήδη εκφράσει τις απόψεις της επί του θέματος που αναφέρεται στο (α) σχετικό (σημ. εννοεί το παραπάνω έγγραφο μας) έγγραφο της, το οποίο έχει ήδη διαβιβασθεί στο Δήμο με το (γ) δικό μας έγγραφο, και επαναλαμβάνουμε ότι κατά την άποψη της Δ/σης μας δεν κρίνεται πολεοδομικά σκόπιμο να εξαιρεθούν της υποχρέωσης εισφοράς σε γη και χρήμα οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο αραιοδομημένο τμήμα του παραδοσιακού οικισμού και τούτο διότι είναι αναγκαία η εφαρμογή του περί εισφορών διατάξεων προκειμένου να είναι εφικτή η δημιουργία των αναγκαίων οδών και γενικά Κ.Χ. για την οργάνωση του οικισμού»

11.   Συνάντηση στο ΥΠΕΚΑ
     Στο πλαίσιο της συνεχούς συνεννόησης και συνεργασίας με τον Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίας Παρασκευής και μετά από σχετικό αίτημά του, ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος Πολεοδομίας ζήτησε συνάντηση στο ΥΠΕΚΑ, με τον Προϊστάμενο του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών της Δ/σης Πολ/κου Σχεδιασμού κ. Ξηντάρη, για τη συζήτηση του εν λόγω θέματος και την αναζήτηση τυχόν εναλλακτικών λύσεων, για την απαλλαγή ακόμη μεγαλύτερου αριθμού ιδιοκτησιών από την υποχρέωση της εισφοράς σε γη και χρήμα.
     Πράγματι, στις 2 Μαρτίου 2012 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο  ΥΠΕΚΑ, στην οποία συμμετείχαν ο Αντιδήμαρχος Πολεοδομίας κ. Νίκος Μόσχος, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Σχεδίου Πόλης Δήμου Βόλου κ. Ι. Πολυμενίδης, ο Μελετητής που έχει αναλάβει την Πράξη Εφαρμογής κ. Ι. Ταμίας, ο Πρόεδρος του Εξωραϊστικού  Συλλόγου Αγίας Παρασκευής κ. Α. Κούτσουρος, μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου, καθώς και ο νομικός τους σύμβουλος.
Στη αναφερόμενη συνάντηση ο Προϊστάμενος του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών κ. Ξηντάρης απέκλεισε με κατηγορηματικό τρόπο την δυνατότητα κάθε άλλης αλλαγής στον τρόπο υπολογισμού των εισφορών σε γη και χρήμα και πολύ περισσότερο την ολοκληρωτική απαλλαγή των αραιοδομημένων τμημάτων του οικισμού από την υποχρέωση αυτή, παρόλο που άλλος υπάλληλος του Υπουργείου, σε προηγούμενη επικοινωνία με το Σύλλογο είχε αφήσει ανοικτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο.[8]

12.  Παράδοση Τροποποιημένης Μελέτης Π.Ε. – Ανάρτηση για Υποβολή Ενστάσεων[9]
Στις 26.6.2012 ο εκπρόσωπος της ομάδας Μελέτης, υπέβαλε στη Δ/ση Πολεοδομίας τους πίνακες, τα διαγράμματα και τα ψηφιακά αρχεία της Π.Ε. της Αγ. Παρασκευής
Στις αρχές Ιουλίου 2012 πραγματοποιήθηκε η  ανάρτηση της Π.Ε. στην Δ/ση Πολεοδομίας του Δήμου Βόλου, σύμφωνα και με την ΥΑ 79881/3445/1984, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να λάβουν γνώση και να ασκήσουν τυχόν ενστάσεις. Μάλιστα για την καλύτερη ακόμη εξυπηρέτηση των πολιτών, θέσαμε ως επίσημη προθεσμία υποβολής ενστάσεων τις 30 ημέρες, αν και η ως άνω Υ.Α. θέτει ως χρονικό όριο τις 15 ημέρες, ενώ σιωπηρά η προθεσμία αυτή ήδη έχει παραταθεί έως τέλη Αυγούστου.

13.   Τεχνικά Στοιχεία Π.Ε.[10]
Η μελέτη Π.Ε. της Αγίας Παρασκευής εκτείνεται σε περιοχή 650 περίπου στρεμμάτων, μέσα στην οποία υπάρχουν οικόπεδα, κοινόχρηστοι χώροι και υφιστάμενες εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας. Από την έκταση αυτή, τα 270 στρέμματα βρίσκονται σε πυκνοδομημένη περιοχή.
Εμπλέκονται στην διαδικασία ιδιοκτησίες συνολικής εκτάσεως 519,2 στρεμμάτων, που μετά την εφαρμογή του σχεδίου, δημιουργούν 173 οικοδομικά τετράγωνα, με 895 τελικά, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα.
Από το σύνολο των 519,2 στρεμμάτων ιδιοκτησιών τα 219,1 στρέμματα  (42%) εμπίπτουν σε περιοχή πυκνοδομημένων και δεν μετέχουν στη διαδικασία με καθεστώς εισφορών σε γη και χρήμα αλλά με πράξεις αναλογισμού, σύμφωνα με τον Νόμο για τους οικισμούς που προϋφίστανται του έτους 1923.
Σε σύνολο 1705 καταγεγραμμένων δικαιωμάτων (πυκνοδομημένα και αραιοδομημένα):
·                    Τα 1371 αφορούν σε ιδιοκτησίες 0-250 τ.μ.   (74,88%)
·                    Τα 238 σε ιδιοκτησίες 250-500 τ.μ.       (13,00%)
·                    Τα 126 σε ιδιοκτησίες 500-1000 τ.μ.   (6,88%)
·                    Τα 65 σε ιδιοκτησίες 1000-2000 τ.μ.    (3,55%)
·                    Τα 31 σε ιδιοκτησίες 2000-10000 τ.μ. (1,69%)
Κατατάσσοντας τα παραπάνω ακίνητα ποσοστιαία, σύμφωνα με την έκτασή τους:
·      Το 27,83% της όλης έκτασης των γεωτεμαχίων έχει εμβαδόν 0-250 τ.μ.
·      Το 16,12% της όλης έκτασης των γεωτεμαχίων έχει εμβαδόν 250-500 τ.μ.
·      Το 16,93% της όλης έκτασης των γεωτεμαχίων έχει εμβαδόν 500-1000 τ.μ
·      Το 17,26% της όλης έκτασης των γεωτεμαχίων έχει εμβαδόν 1000-2000 τ.μ
·      Το 21,86% της όλης έκτασης των γεωτεμαχίων έχει εμβαδόν μεγαλύτερο των 2000 τ.μ

Με την παλαιά ανάρτηση, η συνολική εισφορά σε χρήμα (που με βάση τον νόμο προορίζεται αποκλειστικά για την κατασκευή έργων στη συνοικία) ανέρχονταν σε 37,96 στρέμματα.
Τα λοιπά έσοδα του Δήμου (μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα, προσκυρώσεις κλπ) ανέρχονταν σε 22,0 στρέμματα. Αντίθετα, οι αποζημιώσεις από τον Δήμο προς ιδιοκτήτες ανέρχονταν σε 31,26 στρέμματα. Αν υποτεθεί ότι το σύνολο της εισφοράς σε χρήμα διατίθεται για την εκτέλεση έργων, κατά το νόμο, η πράξη εφαρμογής ήταν ελλειμματική κατά 9,26 στρέμματα.
Με την ανασυνταχθείσα μελέτη, σύμφωνα με την οδηγία του Υ.ΠΕ.Κ.Α. και την ερμηνεία περί πυκνοδομημένων οικισμού προ του 1923, προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα:
Η εισφορά σε χρήμα ανέρχεται πλέον σε 24,08 στρέμματα
Τα λοιπά έσοδα του Δήμου (μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα, προσκυρώσεις κλπ) ανέρχονται σε 23,1 στρέμματα.
Οι αποζημιώσεις από τον Δήμο προς ιδιοκτήτες ανέρχονται σε 35,72 στρέμματα. Αν υποτεθεί ότι το σύνολο της εισφοράς σε χρήμα διατίθεται για την εκτέλεση έργων, κατά τον νόμο, η πράξη εφαρμογής είναι ελλειμματική κατά 12,62 στρέμματα.
Η συνολική επιβάρυνση του Δήμου λόγω της ερμηνείας περί πυκνοδομημένων ανέρχεται σε 17,24 στρέμματα.
Ο Μελετητής αναφέρει ότι «μέρος του ελλείμματος μπορεί να καλυφθεί με επέκταση στην περιοχή των θυλάκων, που αφορά αραιοδομημένες εκτάσεις και θα αποφέρει θετικό ισοζύγιο, τόσο ως εισφορά σε γη όσο και νέα οικόπεδα για την μείωση των ελλειμμάτων  της παρούσας μελέτης».

14.  Απόψεις Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αγ. Παρασκευής

Ο Εξωραϊστικός – Πολιτιστικός Σύλλογος Αγ. Παρασκευής τα τελευταία χρόνια αποτελεί τον κύριο εκφραστή των κατοίκων της Αγ. Παρασκευής που δεν επιθυμούν την κύρωση της Π.Ε. Ο Σύλλογος έχει καταθέσεις σε όλους τους φορείς τις προτάσεις του, τα ψηφίσματα του, τις αντιρρήσεις του. Μέσω δημοσιευμάτων στον τοπικό τύπο, συναντήσεων με τους φορείς, λαϊκών συνελεύσεων, προσπαθεί αντιδρά στη συνέχιση της διαδικασίας της Π.Ε.  Σε επιστολή του στο Δήμαρχο Βόλου αναφέρει ο Σύλλογος χαρακτηριστικά :
«δεδομένου ότι η συνοικία είχε σχέδιο και οικοδομούνταν κανονικά με όρους δόμησης παραδοσιακού οικισμού προϋφιστάμενου του 1923. (Ο συγκεκριμένος νόμος με τον τρόπο και το άρθρο με το οποίο εφαρμόστηκε, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε άγονες εκτός σχεδίου περιοχές.)Το τότε δημοτικό συμβούλιο διαπίστωσε τις τεράστιες αδικίες σε βάρος των κατοίκων και αποφάσισε προς τιμήν του να μην κυρώσει την Πράξη Εφαρμογής ζητώντας με έγγραφο από το Υπουργείο την επανεξέταση και τροποποίηση του σχεδίου. ….Διαχρονικά επίσης όλοι οι κάτοικοι δεν ενημερώθηκαν για το σχέδιο σε καμία φάση της εξέλιξης του και έφθασε να γίνει νόμος χωρίς να γνωρίζουν τι σήμαινε για αυτούς και την υπόλοιπη ζωή τους στη συνοικία……Η απαλλαγή των ιδιοκτητών στο πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού μπορεί να ελαφρύνει μεν και να δίνει ανάσα στους μισούς και πλέον κατοίκους του οικισμού, αλλά αναδεικνύει και εντείνει τις ανισότητες ανάμεσα σε πολίτες που ζούσαν και ζουν για δεκάδες χρόνια στον ίδιο τόπο…….είναι απαράδεκτο και εγκληματικό να αφαιρούν με ένα Π.Δ. περιουσίες και να καταλογίζουν τεράστια ποσά σε ανυποψίαστους πολίτες χωρίς λογική και ηθική εξήγηση, ειδικά εν μέσω μιας άνευ προηγουμένου οικονομικής λαίλαπας που σαρώνει τη χώρα μας. Η είσπραξη των εισφορών θα οδηγούσε αναπόφευκτα πολλά από τα νοικοκυριά της συνοικίας μας σε οριστική χρεωκοπία. Όπως άλλωστε παραδέχονται όλοι  οι ειδικοί ο καθορισμός των πυκνοδομημένων με την 3551/781/10.2.1998 Υ.Α. έγινε με αντεπιστημονικό τρόπο χωρίς να έχει λογική βάση (με αραιοδομημένα τμήματα μέσα στο κέντρο του πυρήνα του οικισμού)…..Επί πλέον από τον καθορισμό των πυκνών – αραιών που έγινε με την Υ.Α. του 1998 (14 χρόνια πριν) η πραγματική κατάσταση στον οικισμό έχει αλλάξει σημαντικά με δεκάδες νέα κτίρια, με τεμαχισμό ιδιοκτησιών, μεταβιβάσεις κλπ»
Στο τελευταίο έγγραφό του, με αρ. πρωτ. 3985/21.8.2012, ο Σύλλογος, παραβλέποντας ουσιωδώς το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο αλλά και τις προσπάθειες διαχρονικά των δημοτικών αρχών, αλλά και των εκάστοτε βουλευτών του Ν. Μαγνησίας, υποβάλλει αιτήματα που υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες του Δήμου Βόλου. Παράλληλα θέτει σειρά από ερωτήματα, ζητώντας από τους παραλήπτες της αναφερόμενης επιστολής να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Συγκεκριμένα τα ερωτήματα που θέτει είναι τα εξής :
«1. Συμφωνείται με την εφαρμογή του ν. 1337/1983 στην Αγ. Παρασκευσή, παρότι η περιοχή έχει χαρακτηριστεί από 11.6.1980 παραδοσιακός οικισμός με Προεδρικό Διάταγμα;
2. Γνωρίζετε πως δεν υπάρχει Προεδρικό Διάταγμα καθορισμού των ορίων του παραδοσιακού οικισμού της Αγ. Παρασκευής, παρότι αυτό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε σκέψη επέκτασης του σχεδίου πόλης στην περιοχή και φυσικά και της σημερινής Πράξης Εφαρμογής;
3. Γνωρίζετε ότι ο οικισμός ήταν οργανωμένος και λειτουργικός για δεκάδες χρόνια, με ανοικοδόμηση, έντονη δραστηριότητα και υπάρχουν κοινόχρηστοι χώροι όπως πλατείες, εκκλησίες, σχολεία, νηπιαγωγεία κλπ καθώς και οδικό δίκτυο. Αν ναι γιατί αυτό δν λήφθηκε υπόψη στην εκπόνηση του σχεδίου, αλλά αντίθετα το εν λόγω σχέδιο καρατομεί τη συνοικία σαν μια εκτός σχεδίου χορτολιβαδική έκταση;
4. Συμφωνείτε με τον καθορισμό των πυκνοδομημένων και των αραιδομημένων τμημάτων του οικισμού ως έχει;
5. Συμφωνείτε με την επιβολή εισφορών σε γη και χρήμα στους κατοίκους της Αγίας Παρασκευής, ασχέτως του χαρακτηρισμού και της αιτιολογίας αυτών; Πως προτείνετε να γίνει η επιβολή και είσπραξη αυτών ενόψει της πενίας που θα επιφέρουν;
6. Εφόσον συμφωνείτε με την επιβολή του ν. 1337/1983 στην Αγ. Παρασκευή, θεωρείτα πως πρέπει αυτός να επιβληθεί και στις λοιπές όμορες περιοχές όπως για παράδειγμα ο Αγ. Γεώργιος – Εργατικά, ο Αγ. Ονούφριος, Ανακασιά, Άλλη Μεριά, Ιωλκός κλπ;
7. Θεωρείτε πως ένα σχέδιο που έχει παραμείνει ανεφάρμοστο επί 15 έτη, έχει δε κριθεί άδικο και μη εφαρμόσιμο τόσο από τους κατοίκους όσο και από τον ίδιο το Δήμαρχο και από όλα τα πολιτικά πρόσωπα της πόλης, μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί σήμερα, που οι συνθήκες της οικονομίας και της ανοικοδόμησης είναι επονείδιστες, δίχως οποιαδήποτε ορατή προοπτική βελτίωσης;
8. Προτίθεστε να υποστηρίξετε την προσπάθεια των κατοίκων για την ακύρωση της Πράξης Εφαρμογής και τη σωτηρία των κατοίκων από την οικονομική και βιοτική καταστροφή;»

15.  Απαντήσεις σε ερωτήματα Εξωραϊστικού – Πολιτιστικού Συλλόγου
Η άποψη του Δήμου και των υπηρεσιών του στα ανωτέρω ερωτήματα του Συλλόγου, κωδικοποιείται σε γενικές γραμμές ως εξής :
1.          Ο Ν.1337/83 προβλέπεται και εφαρμόζεται και σε παραδοσιακούς οικισμούς, χαρακτηρισμένους με  Π.Δ. Δεν υπάρχει απαγορευτική διάταξη προς τούτο ή άλλη ειδικότερη νομοθετική ρύθμιση. Εξάλλου η παράλειψη ειδικότερης ρύθμισης στον Ν. 1337/1983 για τους παραδοσιακούς οικισμούς και τις πράξεις εφαρμογής, δημιουργεί και τα αναφερόμενα προβλήματα στην Αγ. Παρασκευή
2.         Όλοι οι οικισμοί της Μαγνησίας (παραδοσιακοί, προ του 1923, κάτω των 2000 κατοίκων) έχουν οριοθετηθεί, με αποφάσεις Νομάρχη, τα έτη 1985-1986[11]. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει καθόλου την ένταξη τους στο σχέδιο πόλης και τη μετέπειτα πολεοδόμηση τους.
3.         Ο οικισμός, ως προϋφιστάμενος του έτους 1923, οικοδομούνταν σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία. Οι υφιστάμενοι κοινόχρηστοι χώροι δεν ήταν επαρκείς για να εξυπηρετήσουν μια συνοικία (δεν μπορούσε να δημιουργηθεί καμία νέα πλατεία, παιδική χαρά, σχολείο και άλλος κοινόχρηστος – κοινωφελής χώρος) ελλείψει ρυμοτομικού σχεδίου. Συνεπώς, οι μελετητές που εκπόνησαν το ρυμοτομικό σχέδιο πόλης, προσπάθησαν να ιδρύσουν στοιχειώδες οδικό δίκτυο στην παραπάνω πολεοδομική ενότητα και να εξασφαλίσουν τους απαραίτητους κοινόχρηστους – κοινωφελείς χώρους. Είναι δεδομένο ότι η οικιστική ανάπτυξη της Αγ. Παρασκευής είναι τέτοια, που  αντικειμενικά δεν μπορεί να περιοριστεί στους υφιστάμενους κοινόχρηστους χώρους.
Σε κάθε δε περίπτωση, σκοπός των πολεοδομήσεων αυτών είναι η δημιουργία κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής διάταξης του αρ. 24 του Συντάγματος.
4.         Ο καθορισμός των πυκνοδομημένων έγινε με την υπ’ αριθ. 3551/781/10-2-98 απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, όπου διαπιστώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του από 24-8-1983 Π.Δ. (ΦΕΚ.409/δ/1983).[12] Οι παραπάνω προϋποθέσεις, είναι οι εξής : α) ποσοστό τουλάχιστον 50% των ιδιοκτησιών της περιοχής είναι δομημένες, β) ποσοστό τουλάχιστον 70% των κτιρίων των δομημένων ιδιοκτησιών, είναι κτίρια κύριας κατοικίας, γ) στην περιοχή να υπάρχουν 50 τουλάχιστον κτίρια εμβαδού τουλάχιστον 40 τ.μ. το καθένα. Επίσης, συνεχίζει το Π.Δ., για την κατ’ αρχήν αναγνώριση πυκνοδομημένης περιοχής, το κάθε κτίριο πρέπει να απέχει από ένα τουλάχιστον κτίριο άλλης ιδιοκτησίας το πολύ 40μ. Όλες αυτές οι προϋποθέσεις ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της υπουργικής απόφασης, συνεπώς ο καθορισμός των πυκνοδομημένων ήταν νόμιμος.
Ο Δήμος Βόλου, δια μέσου της Δνσης Πολεοδομίας, μετά το 1999, θέλοντας να καλύψει τις ανάγκες των δημοτών, πριν την κύρωση της πράξης εφαρμογής, συνέχισε να εκδίδει οικοδομικές άδειες στην περιοχή, με αποτέλεσμα να αλλοιωθούν οι προϋποθέσεις, της υπουργικής απόφασης καθορισμού των πυκνοδομημένων.
Σε κάθε περίπτωση πράγματι παρουσιάζονται ορισμένες εντοπισμένες παράδοξες καταστάσεις με συγκεκριμένες ιδιοκτησίες.
5.         Σύμφωνα και με τη νεώτερη ανάρτηση της πράξης εφαρμογής, οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε πυκνοδομημένη περιοχή (3551/781/10-2-98 απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ) και συγχρόνως μέσα στα όρια οικισμού (προ του 1923), δεν οφείλουν εισφορές σε γη και χρήμα. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε αραιοδομημένες περιοχές, οφείλουν εισφορές σε γη και χρήμα.
Η οικονομική επιβάρυνση που προκύπτει στους κατοίκους, προέρχεται από τις πράξεις αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας, που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, για τη διάνοιξη των κοινόχρηστων χώρων, σε πυκνοδομημένες περιοχές.
6.         Θέμα συμφωνίας ή διαφωνίας με μια νομοθετική διάταξη η οποία ισχύει από το 1983 δεν μπορεί να τίθεται αυτή τη χρονική στιγμή, πολύ δε περισσότερο όταν ο Δήμος Βόλου οφείλει να τηρεί απαρέγκλιτα την αρχή της νομιμότητας. Σε κάθε περίπτωση, στις λοιπές όμορες περιοχές, όταν  πολεοδομηθούν, θα εφαρμοστεί η τότε ισχύουσα νομοθεσία.
7.         Το σχέδιο δεν έχει παραμείνει ανεφάρμοστο. Από τη δεκαετία του ’80 που ξεκίνησαν οι διαδικασίες σύνταξης του, κάθε οικοδομική άδεια που εκδίδονταν, λάμβανε υπ’ όψη της  το προβλεπόμενο σχέδιο πόλης, ώστε να διαφυλαχτούν οι προβλεπόμενοι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι. Συγχρόνως, όλες οι μεταβιβάσεις οικοπέδων και όλες οι κατατμήσεις (και συστάσεις ) από τους ιδιώτες, λαμβάναναν υπ’ όψη το προβλεπόμενο σχέδιο πόλης. Συνεπώς, το σχέδιο πόλης εφαρμόζεται ανελλιπώς, από δεκαετίες, από την Δνση Πολεοδομίας, αλλά και από τους κατοίκους της πολεοδομικής ενότητας.
8.         Το παρόν, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, αποδεικνύουν ότι ο Δήμος Βόλου, διαχρονικά, στέκεται με τρόπο έμπρακτο και αλληλέγγυο στα αιτήματα του Συλλόγου.

ΙΙ. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΣΙΟ[13]
1.      Σύμφωνα με το αρ. 24 του Συντάγματος «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. ….2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. 3. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει.  4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής. 5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφάρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Οι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης, όπως νόμος ορίζε.»

2.   Ως εφαρμοστικός νόμος της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης και ειδικότερα της παρ. 2  θεσπίστηκε ο Ν. 1337/1983 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1512/1985.[14] Σύμφωνα με το ν. 1337/1983 η χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική ρύθμιση χωρούν επι τη βάσει ενός μακρόπνοου προγράμματος που εκπονείται ενόψει των κανόνων της πολεοδομικής επιστήμης και της αισθητικής, υπαγορεύεται από τα δεδομένα της δημογραφικής εξέλιξης, προσαρμόζεται στις ανάγκες της Εθνικής Οικονομίας και σταθμίζει την ιδιομορφία και τις ανάγκες της περιοχής.
Εξάλλου, σύμφωνα και με το αρ. 1 του Ν. 2508/1997 «βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη των πολεων και των οικισμών της χώρας» η οικιστική οργάνωση και ο πολεοδομικός σχεδιασμός πραγματοποιούνται σε δύο επίπεδα[15]. Στο πρώτο επίπεδο περιλαμβάνονται : α) το Ρυθμιστικό Σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος, β) το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο για τον αστικό και περιαστικό χώρο και σχέδιο χωρικής και οικιστικής οργάνωσης ανοικ΄της πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) για το μη άστικο χώρο. Το δεύτερο επίπεδο αποτελεί την εξειδίκευση και εφαρμογή του πρώτου επιπέδου και περιλαμβάνει την πολεοδομική μελέτη και την πράξη εφαρμογής.
            Το Γ.Π.Σ. αποτελεί τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης των πολεοδομικών ενοτήτων, που διατυπώνεται μετά από εκτίμηση των οικιστικών αναγκών και των προβλεπόμενων επιπτώσεων της πολεοδομικής ρύθμισης στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον. Έτσι το ΓΠΣ περιλαμβάνει γενικούς ορισμούς και κατευθύνσεις ως προς τα θέματα του πολεοδομικού σχεδιασμού, δημογραφικά, οικονομικά, ενεργειακά, κυκλοφοριακά κλπ
            Η Πολεοδομική Μελέτη αποτελεί εξειδίκευση των προτάσεων και προγραμμάτων του Γ.Π.Σ[16]. Η έγκριση της έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά τις διατάξεις του ν.δ/τος της 17.7.1923. Η πολεοδόμηση των περιοχών με πολεοδομική μελέτη πραγματοποιείται κυρίως[17] με την Πράξη Εφαρμογής. Κύρια χαρακτηριστικά της αποτελούν η ρυμοτομική διαρρύθμιση μιας περιοχής και ο καθορισμός των όρων και περιορισμών δόμησης (αρ. 6 ν. 1337/1983)
            Τέλος, το στάδιο της Εφαρμογής[18] περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την πραγμάτωση της πολεοδομικής μελέτης. Αυτό επιτυγχάνεται με την πραγματοποίηση των εισφορών σε γη και χρήμα, καθώς και με τις απαιτούμενες τακτοποιήσεις και προσκυρώσεις οικοπέδων και ρυμοτομήσεις. Η Πράξη Εφαρμογής περιλαμβάνει το περιεχόμενο των πράξεων ρυμοτομίας, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης του ν.δ. της 17.7.1923 και επί πλέον πραγματοποιεί την εισφορά σε γη[19], αποτελεί το υπόβαθρο για την εισφορά σε χρήμα, προσδιορίζει τις εδαφικές εκτάσεις που καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους, δηλαδή περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες για την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης.
        Σύμφωνα με το αρ. 7 Ν. 2508/1997 «1..2…3…4. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης γίνεται με την εκπόνηση πράξης εφαρμογής. Η εκπόνηση αυτή μπορεί να γίνεται ταυτόχρονα σε άμεση συσχέτιση με την Πολεοδομική μελέτη. Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του οικείου νομάρχη. Κατ’  εξαίρεση, οι δήμοι ή κοινότητες στους οποίους μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα έγκρισης πολεοδομικής μελέτης είναι επίσης αρμόδιοι και για την κύρωση της πράξης εφαρμογής, η οποία γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983, όπως ισχύουν. 5. Μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης απαγορεύεται η τροποποίησή της για μία πενταετία. Επίσης, απαγορεύεται η τροποποίησή της μέχρι και την κύρωση της πράξης εφαρμογής της, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες είναι απόλυτα αναγκαίες ειδικότερες επί μέρους τροποποιήσεις για τη διευκόλυνση και μόνο της εφαρμογής του σχεδιασμού στην περιοχή. Η παραπάνω πάντως απαγόρευση δεν πρέπει να υπερβαίνει την πενταετία.»
Ειδικότερα, η ρύθμιση της Π.Ε.  εξαρτάται από το είδος της πολεοδόμησης και το πολεοδομικό καθεστώς. Έτσι η Π.Ε. οικισμών με πληθυσμό μέχρι 2.000 κατοίκους, που έχουν διαμορφωθεί το αργότερο μέχρι την έναρξη του ν. 1337/1983, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ρυθμίζεται με τα αρ. 20 και 21 του ν. 2508/1997 και τα αρ. 5 και επ. του π.δ. της 20/30.8.1995
            Από όλο το πνεύμα του ν. 1337/1983 συνάγεται ότι σε κάθε προηγούμενο στάδιο πρέπει να γίνεται μια κατά προσέγγιση εκτίμηση των στοιχείων και των δεδομένων που θα αποτελέσουν τη βάση της ρύθμισης του επόμενου σταδίου, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αλληλουχία των σταδίων αυτών, καθώς και η συνέπεια και αρμονία στην όλη πολεοδομική ρύθμιση. Αναφορικά με τη σχέση πολεοδομικής μελέτης και Π.Ε., η διαδικασία της τελευταίας κατά νόμο (αρ. 12 παρ. 5 του Ν. 1337/1983) προωθείται εκ παραλλήλου προς τη διαδικασία έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης. Όπως έχει γίνει δεκτό, η γνώση της έκτασης που θα προέλθει από τις εισφορές, έστω και κατά προσέγγιση, είναι αναγκαία στο στάδιο του πολεοδομικού σχεδιασμού, προκειμένου να καθορισθούν οι αναγκαίοι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι. Διότι, εάν η έκταση αυτή είναι ανεπαρκής για να καλύψει τις ανάγκες δημιουργίας των ως άνω χώρων, όπως εκτιμώνται, τότε επιβάλλεται η προσφυγή στη ρυμοτόμηση, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται από τον προϋπολογισμό της εν λόγω έκτασης.[20]

3. Σύμφωνα με το αρ. 12 του Ν. 1337/1983[21]  (Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης) 
«1. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης[22] πραγματοποιείται με τη σύνταξη πράξεων εφαρμογής και με επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του νόμου αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι πράξεις αναλογισμού   που  προβλέπονται  από  τις  διατάξεις  αυτές  μπορεί  να περιλαμβάνονται  σε  πράξη  εφαρμογής. 2. ….3. Η  πράξη  εφαρμογής  καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά γης , τα τμήματα  που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά  σύμφωνα  με  τις διατάξεις της  παρ. 7 του  άρθρου 8 του νόμου αυτού  και προσδιορίζει τα τμήματα  που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους η καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους. Με την πράξη εφαρμογής τα οικόπεδα που δεν είναι άρτια κατά το εμβαδόν τους και δεν μπορούν να τακτοποιηθούν   κατά  το  άρθρο 3  παρ. 3  του  Ν.Δ.  690/1948   " περί συμπληρώσεως  των  περί  σχεδίων  πόλεων  διατάξεων" προσκυρώνονται στα γειτονικά οικόπεδα  ή  συνενώνονται  για   τη  δημιουργία  ενιαίων   εξ αδιαιρέτου  οικοπέδων  ή  ανταλλάσσονται  υποχρεωτικά   με  ίσης  αξίας οικόπεδα  ή  ιδανικά μερίδια οικοπέδων ή τμήματα διαιρεμένης ιδοκτησίας κατά το Ν. 3741/1929 και το Ν.Δ. 1024/1971, με την επιφύλαξη του άρθρου 25 του νόμου αυτού. Τα οικόπεδα που δεν είναι άρτια κατά τις διαστάσεις τακτοποιούνται και, αν αυτό δεν είναι δυνατό, εφαρμόζεται και σ` αυτά το προηγούμενο εδάφιο.  Με  την  πράξη εφαρμογής πραγματοποιείται επίσης η τακτοποίηση ή η εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου  της παραγράφου αυτής για  τα τμήματα  των ιδιοκτησιών  που προβλέπονται  από  την πολεοδομική μελέτη  για  κοινόχρηστους  και  κοινωφελείς  χώρους   και  που   είναι  μεγαλύτερα της οφειλόμενης εισφοράς γης ή τα τμήματα της εισφοράς σε γη  εφόσον  δεν είναι πολεοδομικά αξιοποιήσιμα  στην αρχική τους θέση. Κατά την  παραπάνω τακτοποίηση  των οικοπεδών  επιτρέπεται  να μεταβληθεί το σχήμα και η θέση τους ώστε να γίνονται άρτια και οικοδομήσιμα. "Για την εφαρμογή της  παρ. 8  του  άρθρου  8  του  παρόντος  νόμου επιτρέπεται μέσα στην περιοχή επέκτασης ή ένταξης ,  που περιλαμβάνεται κάθε φορά  στην  πολεοδομική  μελέτη ,  η  συνένωση  των  τμημάτων  που αποτελούν την εισφορά γης ,  η  μετακίνηση σε άλλη θέση  και η μεταβολή κατά το σχήμα ,  το μέγεθος και τις διαστάσεις τους. Επιτρέπεται επίσης για τον ίδιο λόγο  και η μετακίνηση σε άλλη θέση των λοιπών ιδιοκτησιών της ίδιας περιοχής και η μεταβολή τους κατά το σχήμα"……..  "5. …..6…… 7."α) Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με  απόφαση  του νομάρχη, αποτελεί  ταυτόχρονα  και  πράξη  βεβαίωσης  για  την εκπλήρωση των υποχρεώσεων   εισφοράς σε γη, όπως και κάθε  μεταβολής  που  επέρχεται στα  κίνητα   σύμφωνα με την παράγραφο 3, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5α του  ν.  1512/1985  και μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο. Για τα ακίνητα αυτά δεν ισχύουν οι διατάξεις περί χρησικτησίας".
 
Σύμφωνα και με το υπ’ αριθ.ΔΤΕ/β/οικ.20960/402/10-05-2011 έγγραφο του ΥΠΕΚΑ, «… η πράξη εφαρμογής κυρώνεται διορθωμένη από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη[23], μετά την αιτιολογημένη κρίση των ενστάσεων από τον ίδιο» και πάντως όχι από το Δημοτικό Συμβούλιο, όπως αναφέρει η 347/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βόλου.
 
 
 
4.         Σύμφωνα με το αρ. 21 του Ν. 2508/1997 (Εισφορά σε χρήμα)[24]
«1. Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων, τα οποία περιλαμβάνονται σε πολεοδομούμενες για πρώτη φορά περιοχές και τα οποία διατηρούνται ή διαμορφώνονται σε νέα ακίνητα, συμμετέχουν με καταβολή χρηματικής εισφοράς στην αντιμετώπιση της δαπάνης για την κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων. Η Εισφορά σε χρήμα ορίζεται σε ποσοστά επί της αξίας του ακινήτου, ως ακολούθως :
1. α) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού μέχρι 500 τ.μ. ποσοστό 10% της αξίας των ακινήτων.
β) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού πάνω από 500 τ.μ. μέχρι 1.000 τ.μ., ποσοστό 15% της αξίας των ακινήτων. 
γ) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού από 1.000 τ.μ. μέχρι 10.000 τ.μ., ποσοστό 20% της αξίας των ακινήτων. 
δ) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού πάνω από 10.000 τ.μ., ποσοστό 25% της αξίας των ακινήτων. 
2. Κατ΄ εξαίρεση, για τους ιδιοκτήτες των ακινήτων τα οποία περιλαμβάνονται σε περιοχές επέκτασης οικισμών με πληθυσμό μέχρι 2.000 κατοίκους, κατά το άρθρο 19 του παρόντος, η Εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται κατά τον ακόλουθο τρόπο :
α) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού μέχρι 500 τ.μ., ποσοστό 5% της αξίας των ακινήτων. 
 β) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού πάνω από 500 τ.μ. μέχρι 1.000 τ.μ., ποσοστό 10% της αξίας των ακινήτων. 
γ) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού από 1.000 τ.μ. μέχρι 10.000 τ.μ., ποσοστό 12% της αξίας των ακινήτων. 
δ) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού πάνω από 10.000 τ.μ., ποσοστό 15% της αξίας των ακινήτων. 
3. Για την πραγματοποίηση της εισφοράς σε χρήμα εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως 7 του άρθρου 9 του ν. 1337/1983, όπως τροποποιούνται και συμπληρώνονται με την παρ. 4 του άρθρου 25 του παρόντος. Η εισφορά μπορεί να βεβαιώνεται απευθείας από τα αρμόδια όργανα του οικείου Ο.Τ.Α. αντί της πολεοδομικής υπηρεσίας»

            Η ως άνω διάταξη εξειδικεύει και υλοποιεί  τη συνταγματική διάταξη του αρ. 24 πρ. 3. Η εισφορά σε χρήμα προβλέπεται μόνο για την πολεοδομική ανάπτυξη και όχι για την πολεοδομική αναμόρφωση και την ανάπλαση της περιοχής ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου πόλης[25].

5.     Η διάκριση των περιοχών σε πυκνοδομημένες και αραιοδομημένες[26] και αδόμητες έχει μεγάλη πρακτική σημασία για την εφαρμογή του παλαιού καθεστώτος του ν.δ. της 17.7.1923 ή του καθεστώτος του ν. 1337/1983, δηλ. αν η απόκτηση των κοινοχρήστων χώρων θα γίνει με τη σύνταξη πράξεων ρυμοτομίας και αναλογισμού αποζημίωσης ή με τη σύνταξη πράξης εφαρμογής. Επίσης η διάκριση αυτή έχει σημασία διότι, όπως προαναφέρθηκε, τα ακίνητα που βρίσκονται σε πυκνοδομημένες περιοχές δεν υπόκειται κατά κανόνα σε εισφορά σε γη.
            Ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως πυκνοδομημένες γίνεται εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει το π.δ. της 5/24.8.1983. Ωστόσο όπως έχει παρατηρηθεί «η διάκριση των περιοχών σε πυκνοδομημένες και αραιοδομημένες και η ευνοϊκή μεταχείριση των πρώτων σε βάρος των δεύτερων περιοχών, είναι άστοχη και πρέπει να καταργηθεί. Η διάκριση αυτή που ξεκινά από την εσφαλμένη αντίληψη της πολεοδομικής επέμβασης με κέντρο αναφοράς την αυθαίρετη δόμηση, ανταποκρίνεται σε μια λαϊκίστικη αντίληψη για το σχεδιασμό, η οποία σήμερα, είναι εντελώς ξεπερασμένη. Η αντίληψη αυτή εμποδίζει το σχεδιασμό να εκπληρώσει με επιτυχία τους σκοπούς του αρ. 24 του Συντάγματος, τις αρχές της Παγκόσμιας Επιτροπής για την Ανάπτυξη και το Περιβάλλον και της Ε.Ε. για την αειφόρο ανάπτυξη, δηλαδή μια βιώσιμη ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες της παρούσας γενεάς χωρίς να υπονομεύει τη δυνατότητα των επόμενων γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες. Ήδη με το ν. 2508/1997 που συμπληρώνει το ν. 1337/1983, η ως άνω διάκριση εφαρμόζεται μόνο σε εκκρεμείς διαδικασίες πολεοδόμησης που διέπονται από τον ως άνω ν. 1337/1983 (βλ. αρ. 25 παρ. 8 Ν. 2508/1997)»[27]


ΙΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΝΟΜΟΥ           
Στα διοικητικά όρια του Καλλικρατικού Δήμου Βόλου, υπάρχουν εκτός των άλλων και παραδοσιακοί οικισμοί[28], υφιστάμενοι προ του έτους 1923, οριοθετημένοι, δίχως σχέδιο πόλης. Οι οικισμοί αυτοί διαθέτουν δίκτυο κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και η διαδικασία της πολεοδόμησης τους συνίσταται –κυρίως-  σε αναμόρφωση και βελτίωση των πολεοδομικών λειτουργιών τους[29].
Λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας των παραδοσιακών οικισμών[30] και της ανάγκης διατήρησης της φυσιογνωμίας τους, το εύρος των παρεμβάσεων είναι ιδιαίτερα περιορισμένο και συνεπώς οι ανάγκες εισφορών σε γη και χρήμα δεν είναι ίδιες με εκείνες των υπολοίπων οικισμών της χώρας.
Εξάλλου, από τη νομολογία του ΣτΕ για τους παραδοσιακούς οικισμούς προέκυψαν κάποιες βασικές αρχές, όπως : α. η προστασία των παραδοσιακών οικισμών οφείλει να στηρίζεται σε γενικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Β. δεν επιτρέπεται αλλοίωση των στοιχείων εκείνων που διακρίνουν τους παραδοσιακούς οικισμούς και διατηρητέα κτίρια.[31]  «Το οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη αξία, με συνέπεια να απευθύνονται επιταγές προς τον κανονιστικό νομοθέτη να ρυθμίσει την χωροταξική ανάπτυξη ή πολεοδομική διαμόρφωση βάσει ενός σχεδιασμού υπαγορευόμενου από πολεοδομικά κριτήρια, προσανατολισμένου όμως στην ιδιομορφία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Οι καθοριζόμενοι δε όροι δόμησης και χρήσεως των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε ένα χωροταξικό σχέδιο, αποτελούν περιορισμού του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας και μέσο επεμβάσεως της Πολιτείας για την εκπλήρωση της αποστολής που της ανετέθη με το αρ. 24 παρ. 2 του Συντάγματος της ορθολογικής δηλαδή χωροταξικής αναδιαρθρώσεως της χώρας και της διαμορφώσεως των οικισμών, με τους καλύτερους δυνατούς όρους διαβιώσεως» [32]
Στο ως άνω αναφερόμενο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο,  ενώ υπάρχουν διακρίσεις  στον καθορισμό των εισφορών για οικισμούς κάτω των 2000 κατοίκων, για περιοχές δεύτερης κατοικίας κλπ., δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη για παραδοσιακούς οικισμούς, που να βρίσκεται σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες των οικισμών αυτών και τις συνταγματικές επιταγές.
Είναι γνωστό, ότι οι κοινόχρηστοι χώροι και γενικά η λειτουργικότητα των παραδοσιακών οικισμών, εξασφαλίσθηκαν με πρωτοβουλία και συνεισφορά των ιδιοκτητών των ακινήτων.  Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες ανάγκες παρεμβάσεων, καθιστά άδικη την κλιμάκωση των εισφορών, σύμφωνα με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.
Ιδιαίτερα η εισφορά σε χρήμα, για τις αδόμητες ιδιοκτησίες που χαρακτηρίζονται ως αραιοδομημένες, με τον τρόπο υπολογισμού που εισήγαγε ο Ν.2508/1997, φθάνει σε απαγορευτικά επίπεδα, αναντίστοιχα πολλές φορές με την προσποριζόμενη, μέσω του πολεοδομικού σχεδιασμού, υπεραξία των ιδιοκτησιών.
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την τροχοπέδη που παρεμπόδισε την ολοκλήρωση των πολεοδομικών μελετών της περιοχής μας, που ξεκίνησαν στο πλαίσιο της Ε.Π.Α., με τις διατάξεις του Ν.1337/1983. Αλλά και πολεοδομικές μελέτες ολοκληρωμένες, που βρίσκονται στο στάδιο των πράξεων εφαρμογής, δεν ολοκληρώνονται λόγω των αντιδράσεων των κατοίκων, των οποίων οι ιδιοκτησίες βρίσκονται στις αραιοδομημένες ζώνες. Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση που να αποκαθιστά την αδικία.
Προτείνουμε την τροποποίηση της διάταξης του αρ.21 του Ν. 2508/1997, προκειμένου να προστεθεί η εξής παράγραφος :
«Ο υπολογισμός της εισφοράς σε χρήμα των παραδοσιακών οικισμών που πολεοδομούνται σήμερα, είτε των οικισμών που διαθέτουν εγκεκριμένο σχέδιο αλλά δεν έχουν κυρωθεί οι Πράξεις Εφαρμογής, είτε των οικισμών στους οποίους συντάχθηκαν Πράξεις εφαρμογής, αλλά δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες επιβολής εισφοράς σε χρήμα, να ακολουθεί την κλιμάκωση που προβλέπεται για τους οικισμούς κάτω των 2000 κατοίκων (παρ. 2 αρ. 21 Ν. 2508/1997)»


                        
Κατόπιν αυτών,
Παρακαλούμε
Να προωθήσετε στα αρμόδια κυβερνητικά και νομοθετικά όργανα την ανωτέρω διατυπωθείσα Πρόταση Τροποποίησης Νόμου.




Ο Δήμαρχος Βόλου



Πάνος Τρ. Σκοτινιώτης


[1] Με την 451/1993 Απόφαση δημοτικού συμβουλίου, ζητήθηκε ο αποχαρακτηρισμός από παραδοσιακό οικισμό, αλλά δεν έγινε δεκτό. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, έχει παρουσιαστεί εκατοντάδες φορές το φαινόμενο η διοίκηση να προσπαθεί να αποχαρακτηρίσει περιοχές. Σε αυτές τις περιπτώσεις το ΣτΕ έχει αποφανθεί ότι μόνον αν προκύψει πλάνη περί τα πράγματα συγχωρείται ανάλογη πρωτοβουλία. ΣτΕ ΠΕ 319/2003, ΣτΕ ΠΕ 44/2000.  Σε αντίστοιχη περίπτωση το Δικαστήριο είχε υπογραμμίσει (βλ. Στ ΕΠΕ 308/2003) ότι ο σχετικός χαρακτηρισμός οικισμού ως παραδοσιακού είχε συνέπειες σημαντικές. Πρώτον τη διατήρηση στο διηνηκές της ιδιότητας αυτής. Δεύτερον τον συνεχή έλεγχο της δομήσεως προκειμένου οι νέες οικοδομές να εναρμονίζονται προς τα παραδοσιακά πρότυπα.
[2] Για την έγκριση του Π.Δ. λήφθηκαν οκτώ (8) αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Βόλου και συγκεκριμένα οι 451/1993, 51/1995, 181/1995, 175/1996, 260/1996, 36/1996, 51/1997, 59/1997. Η Πολεοδομική Μελέτη ανατέθηκε στο Γραφείο Παπαγιάννη
[3] Για την έγκριση του ΠΔ λήφθηκαν υπόψη οι υπ’ αρ. 462/3003 και 102/2004 γνωμοδοτήσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Βόλου με τις οποίες αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν σχετικές ενστάσεις
[4] Βλ. τα υπ’ αρ. 2842/3.2.2010, 15600/3.8.2009
[5] Με το υπ’ αρ. 5005/14.10.2010 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Σχεδίου Πόλης
[6] αναφέρεται στα ΔΤΕ/β/οικ 29800/639/6.7.2010 2794/110/8.9.2010 και σε απαντήσεις σε επερωτήσεις βουλευτών
[7] Οι εξελίξεις στο ζήτημα της Αγ. Παρασκευής, αποτέλεσαν και αντικείμενο ερωτήσεων (25.2.2011 και 16.6.2011) στο Δημοτικό Συμβούλιο από την μείζονα μειοψηφία, οι οποίες απαντήθηκαν εγγράφως από τον αρμόδιο Αντιδήμαρχο Πολεοδομίας.
[8] Εξαιτίας αυτής της αντιμετώπισης ο Δήμος Βόλου μέσω δηλώσεων του αρμοδίου Αντιδημάρχου δηλώνει «Η πολυφωνία αυτή, οι διαφορετικές εκτιμήσεις παραγόντων του Υπουργείου, η αντικρουόμενη ενημέρωση  δεν βοηθάει στην αντιμετώπιση του ζητήματος της Αγ. Παρασκευής, αντίθετα δημιουργεί πεπλανημένες εντυπώσεις και εκτιμήσεις,….Η προσπάθεια μας όμως δεν σταματάει εδώ. Ήδη επεξεργαζόμαστε, σε συνεργασία με τον Μελετητή της Πράξης Εφαρμογής, σχετική αναλυτική πρόταση, την οποία θα απευθύνουμε στον Υπουργό κ. Παπακωνσταντίνου και στον Αναπληρωτή Υπουργό κ. Σηφουνάκη, ώστε να δοθεί λύσει από μια ενδεχόμενη τροποποίηση του Ν. 2508/1997, η οποία όπως πληροφορούμαστε ετοιμάζεται ήδη από το ΥΠΕΚΑ. Έχουμε δεσμευθεί, ότι θα εξαντλήσουμε κάθε μέσο άμβλυνσης των διαπιστωμένων αδικιών που έχουν δημιουργηθεί από την Πολεοδομική Μελέτη της Αγ. Παρασκευής και αυτό κάνουμε σε όσο το δυνατόν γρηγορότερους ρυθμούς, αφού σε κάθε περίπτωση η Πράξη Εφαρμογής πρέπει να ολοκληρωθεί και να εφαρμοστεί ο πολεοδομικός σχεδιασμός.»
[9] Όπως έχει γίνει δεκτό (ΣτΕ 2380/19940  η Π.Ε. υπόκειται σε διατυπώσεις δημοσιότητας, που δεν αποτελούν συστατικό τύπο για την τελείωση της, αλλά αποσκοπούν απλώς στη γνωστοποίηση της.
Περαιτέρω οι ισχυρισμοί των ενστάσεων θα πρέπει να αφορούν μόνο την ΠΕ και όχι τις άλλες φάσεις του  πολεοδομικού σχεδιασμού, δηλαδή την πολεοδομική μελέτη ή το γενικό σχέδιο. Λόγοι ακύρωσης που δεν αναφέρονται  σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης εφαρμογής απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και δεν μπορεί να θεωρηθούν ως παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενες οι σχετικές πράξεις (πρβλ. ΣτΕ 310/1991, 1838/1992, 1048/1996, 4403/1997, 4407/1997, 1759/1998, 2662/1999, 1759/1999, 372/2000, 3265/2003, ΔκοΕφΑθην 42/2003, ΔκοΕφΑθην 1181/2005
[10] Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα του Μελετητή της Π.Ε. κ. Ι. Ταμία
[11] Βλ. αποφάσεις σε Κωδικοποίηση Πολεοδομικής Νομοθεσίας Ν. Μαγνησίας, ΤΕΕ Παράρτημα Μαγνησίας
[12] βλ. επίσης 689252/1991 εγκύκλιο ΥΠΕΧΩΔΕ. Επίσης ΣτΕ 2496/1992, ΣτΕ Π.Ε. 57/1992
[13] αναφέρονται οι βασικές μόνο διατάξεις που αφορούν την υπόθεση
[14] Η πρώτη προσπάθεια εναρμόνισης της πολεοδομικής νομοθεσίας με τις συνταγματικές επιταγές έγινε με το Ν. 947/1979, ο νόμος αυτός εξάρτησε την εφαρμογή του από την έκδοση εκτελεστικών διαταγμάτων, τα οποία όμως δεν εκδοθήκαν.
[15] Βλ. περισσότερα για τα επίπεδα σχεδιασμού, Χριστοφιλόπουλου Δ., Πολιτιστικό Περιβάλλον, Χψρικός Σχεδιασμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη, σ. 133 επ.
[16] Βλ. αρ. 6 ν. 1337/1983 «1…2. Η μελέτη εναρμονίζεται με τις κατευθύνσεις του γενικού πολεοδομικού σχεδίου και εξειδικεύει τις προτάσεις και τα σχετικά προγράμματά του. 3. Η  πολεοδομική  μελέτη  εκπονείται  βάσει  οριζοντιογραφικού   και υψομετρικού  τοπογραφικού  και  κτηματογραφικού  διαγράμματος. 4. Η  πολεοδομική  μελέτη περιέχει:  α)  την οριστικοποίηση των ορίων των  προς  πολεοδόμηση  ζωνών του γενικού πολεοδομικού σχεδίου,  β) τις χρήσεις  γης   και   τους  σχετικούς  περιορισμούς ,  απαγορεύσεις ,  ή υποχρεώσεις ,   γ)   τα   διαγράμματα   δικτύων   υποδομής ,   δ)  τους προβλεπόμενους ,  κοινόχρηστους  και  κοινωφελείς  χώρους ,  βάσει  των σχετικών γενικών εκτιμήσεων αναγκών όπως αυτές προκύπτουν από το γενικό
πολεοδομικό σχέδιο ,  ε)  τους οικοδομήσιμους χώρους, στ) τα συστήματα, τους  όρους  και  περιορισμούς  δόμησης , ζ) τυχόν όρους που αφορούν τα δομικά υλικά, τον τρόπο διαμόρφωσης,  χρήσης και σύνδεσης των ακάλυπτων χώρων με τους κοινόχρηστους χώρους της πόλης ,  η)  την κατά προσέγγιση έκταση  γης  που  προκύπτει  από τις εισφορές κατά το άρθρο 8 του νόμου αυτού,  υπολογισμένη  με τις ενδείξεις του κτηματογραφικού διαγράμματος και την πρόταση κατανομής της σε κοινόχρηστα και κοινωφελή, θ) τα τυχόν οικονομικά και οργανωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν  και  τα έργα που πρέπει  να  εκτελεσθούν ,  το  κόστος  και  τη  χρηματοδότηση των έργων (εισφορές, πόροι, δάνεια κλπ.)  καθώς  και  την προτεραιότητα εκτέλεσής τους,  ι) την ιεράρχηση εφαρμογής κατά φάσεις, ια) τους φορείς και τους τρόπους παρέμβασης, ιβ) τυχόν ειδικά μέτρα προς αντιμετώπιση ιδιαίτερων πολεοδομικών  ή  κοινωνικών   προβλημάτων ,   ιγ)   κάθε  άλλη ρύθμιση επιβαλλόμενη  από  πολεοδομικούς  λόγους. 
5. Η  Πολεοδομική μελέτη αποτελείται από α) το πολεοδομικό σχέδιο που συντάσσεται  με  βάση  τα διαγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού,  β)  τον  πολεοδομικό  κανονισμό,  γ)  έκθεση  που να περιγράφει και αιτιολογεί τις προτεινόμενες από τη μελέτη ρυθμίσεις.
[17] Μπορεί να πραγματοποιηθεί με Κανονιστικούς όρους δόμησης, με αστικό αναδασμό και με ενεργό πολεοδομία. Από τους τρόπους αυτούς πολεοδόμησης αυτός που εφαρμόζεται κυρίως είναι των κανονιστικών όρων δόμησης, ο οποίος στις περιπτώσεις εφαρμογής του καθεστώτος του ν.δ. της 17.7.1923 είναι και ο μοναδικός (στον αστικό αναδασμό και την ενεργό πολεοδομία δεν συντάσσεται πράξη εφαρμογής.
Βλ. ωστόσο και αρ. 7 Ν. 2508/1997 για τις πολεοδομικές μελέτες μετά την ισχύ του νόμου αυτού
[18] Βλ. Βροντάκη Μ., Η Πράξη Εφαρμογής στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρμ. 1995, σ. 1546, Γώγος Κ., Η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης από την άποψη του διοικητικού δικαίου, Νοέμβριος 2008, Νόμος και Φύση και κυρίως Χριστοφιλόπουλο Δ., Πράξη Εφαρμογής Πολεοδομικής Μελέτης, Σάκκουλας, 2007, σ. 211 επ.
[19] Βλ. για τη συνταγματικότητα των σχετικών διατάξεων, Βροντάκη Μ., Η Πράξη Εφαρμογής στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρμ. 1995, σ. 1549 και από νομολογία ΣτΕ Ολ2058/1994. Από την πλευρά της νομολογίας των πολιτικών δικαστηρίων έγιναν επίσης δεκτές ως συνταγματικές οι διατάξεις του ν. 1337/1983 περί εισφοράς σε γη Απ 760/1999, ΑΠ 19/2002, ΑΠ 563/2006
[20] Βλ. Κουσιούρη Εμ., Η Διαδικασία Κατάρτισης και έκδοσης της πράξης εφαρμογής στη νομολογία των διοικητικών Δικαστηρίων, ΔιΔικ 2007, σ. 1380
[21] Βλέπε άρθρο 48 του κωδικοποιητικού διατάγματος από 14.7.99 ΦΕΚ Δ 580/27.7.99
[22] Βλέπε σχετικά με διαδικασία και τρόπο σύνταξης της πράξης εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης τις υπ` αριθμ. 79881/3445/84 και 5813/1129/93 ΥΑ
[23] αντικαθιστώντας έτσι τον αρμόδιο Νομάρχη. Σημειώνεται ότι η κυρωτική πράξη εφαρμογής του Περιφερειάρχη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, εκ της οποίας να προκύπτει σαφώς η τήρηση της τασσόμενης στην παρ. 8 του αρ. 8 του ν. 1337/1983 σειράς προτεραιότητας κατά την διάθεση των εδαφικών τμημάτων των προελθόντων από τις εισφορές σε γη σε δεδομένη πολεοδομική ενότητα. Ειδικότερα από την αιτιολογία αυτής, η οποία μπορεί να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλλου, πρέπει να συνάγεται σαφώς εάν τα συγκεντρωθέντα εκ των εισφορών σε γη εδαφικά τμήματα επαρκούν ή μη για την δημιουργία κοινοχρήστων χώρων…..ΣτΕ 5249/1995. Βλ. περισσότερα Η Διαδικασία Κατάρτισης και έκδοσης της πράξης εφαρμογής στη νομολογία των διοικητικών Δικαστηρίων, ΔιΔικ 2007, σ. 1380
[24] βλ. και αντίστοιχη διάταξη αρ. 9 Ν. 1337/1983
[26] βλ. την ΣτΕ 5448/1995 που ασχολείται με το θέμα αυτό.
[27] Βλ. αντί άλλων Χριστοφιλόπουλο Δ., Πράξη Εφαρμογής Πολεοδομικής Μελέτης, 2007, σ. 12
[28] Βλ. κατ’ αρχάς αρ. 110 Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας το οποίο αναφέρεται στους παραδοσιακούς οικισμούς και τα διατηρητέα κτίρια και γενικότερα στην προστασία και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς και κωδικοποιεί το άρθρο 4 του ΓΟΚ του 1985, το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1772/1988 και το άρθρο 22 του ν. 2300/1995. Η διατήρηση του χαρακτήρα των παραδοσιακών οικισμών συνδέεται άρρηκτα τόσο με τη συνταγματική προστασία του άρθρου 24 παρ. 6 όσο και με τις διατάξεις της σύμβασης της Γρανάδας του 1985 για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης που κυρώθηκε με το ν. 2039/1992. Με την προαναφερόμενη ρύθμιση καθορίζονται οι γενικοί όροι και παρέχεται πλήρης προστασία της αρχιτεκτονικής, αλλά και της φυσικής κληρονομιάς, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του ΓΟΚ, που ρυθμίζουν τα άλλα κτίρια και τους οικισμούς.  
[29] ΣτΕ 178/2003 Ε΄ Τμήμα, ΠερΔικ 1/2003, σ. 101 Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται ότι μπορεί να θεσπίζονται όροι και περιορισμοί δόμησης για την προστασία και την ανάδειξη του παραδοσιακού οικισμού ως στοιχείου του πολιτιστικού περιβάλλοντος και ότι για να επιτευχθεί ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός, οι όροι και οι περιορισμοί αυτοί μπορεί να είναι διάφοροι εκείνων που προβλέπει ο ΓΟΚ. Οποιαδήποτε, όμως, μεταβολή των όρων και περιορισμών δόμησης σε παραδοσιακό οικισμό, επιβαλλόμενη είτε με νόμο είτε με π.δ. πρέπει να στηρίζεται «σε αξιολόγηση των ειδικότερων χαρακτηριστικών του οικισμού και να αποσκοπεί στην επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω από το Σύνταγμα διατήρηση και ανάδειξή του».
[30] Βλ. περισσότερα Παπαπετρόπουλο, (Νομος και Φύση, 2003, Η προστασία των παραδοσιακών οικισιμών, Διοικητική Πρακτική και Νομολογία, Δ. Χριστοφιλόπουλος, Πολιτιστικό περιβάλλον - Χωρικός σχεδιασμός και βιώσιμη ανάπτυξη, Π.Ν. Σάκκουλας, 2002, σ. 18, Παναγόπουλο Θ. Το Συμβούλιο της Επικρατείας και η προστασία των Παραδοσιακών Οικισμών, Τιμητικός Τόμος του ΣτΕ, 2004, σελ. 1157 επ
[31] Βλ. για τις υπόλοιπες αρχές αναλυτικά Παναγόπουλο Θ. Το Συμβούλιο της Επικρατείας και η προστασία των Παραδοσιακών Οικισμών, Τιμητικός Τόμος του ΣτΕ, 2004, σελ. 1171-1172  
[32] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 5261/1995  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου